Τρίτη 26 Μαρτίου 2019

Κανείς δε με ρώτησε αν θέλω να γίνω πρίγκιπας




Κανείς δε με ρώτησε…


                   αν θέλω να γίνω πρίγκιπας!!!




  Στη ζωή μας καλούμαστε να παίξουμε πολλούς ρόλους, ανάλογα με την ηλικία, το φύλο στο οποίο ανήκουμε, την οικογενειακή και επαγγελματική μας κατάσταση κλπ. Σε κάποιους από αυτούς τους ρόλους ανταποκρινόμαστε με μεγάλη επιτυχία, σε άλλους πάλι αποτυγχάνουμε παταγωδώς.

  Το ερώτημα που γεννάται είναι: Πόσοι από μας έχουμε σκεφτεί αν αυτοί οι ρόλοι μέσα στους οποίους ζούμε είναι αποτέλεσμα δικής μας επιλογής ή αν μας επιβλήθηκαν από τις κοινωνικές κατασκευές.

  Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Δεδομένου ότι ο άνθρωπος είναι κοινωνικό ον , αναζητά πάντα την αλληλεπίδραση με τους υπόλοιπους ανθρώπους και προσπαθεί να δημιουργήσει ομάδες για να μπορέσει να ζήσει μέσα σε αυτές. Σαν αποτέλεσμα πηγάζει η κάλυψη της ανάγκης που μοιραία γεννιέται για την δημιουργία κανόνων, έτσι ώστε να υπάρξει ομαλή λειτουργία της κοινότητας. Και κάπως έτσι σχηματίζεται μια μικρή κοινωνία. Σιγά σιγά το κάθε μέλος της κοινότητας ψάχνει να βρει τη θέση του μέσα στην ομάδα, το ρόλο του. Δηλαδή, ανάλογα με τα ενδιαφέροντα του και τις ικανότητες του- τις οποίες ανακαλύπτει κατά την ανάπτυξη του- αναζητά το ρόλο που του ταιριάζει και χτίζει τον χαρακτήρα που επιθυμεί γύρω από αυτόν.

  Με το πέρασμα των χρόνων, όμως, παρατηρείται μια ραγδαία μείωση της επιλογής των ρόλων από τα άτομα της ομάδας, ενώ παράλληλα αυξάνεται η καθοδήγηση από το υπόλοιπο κοινωνικό περιβάλλον προς μια συγκεκριμένη συμπεριφορά.

  Είσαι πρίγκιπας, άρα περιμένουμε από εσένα να φερθείς ευγενικά, ιπποτικά, ηρωικά και απόμακρα. Ζεις μέσα στα πλούτη, για τα οποία δεν ένιωσες ποτέ την χαρά της προσπάθειας, σου προσφέρθηκαν κατά τη γέννηση σου. Δεν επιτρέπεται να τα μοιραστείς διότι αν τα χάσεις αυτομάτως θα χαθεί και το κοινωνικό σου υπόβαθρο, πράγμα ανεπίτρεπτο για έναν πρίγκιπα. Τελικά όμως ΚΑΝΕΙΣ ΔΕ ΜΕ ΡΩΤΗΣΕ ΑΝ ΘΕΛΩ ΝΑ ΓΙΝΩ ΠΡΙΓΚΙΠΑΣ.

  Εσάς σας ρώτησε κανείς αν θέλετε να είστε ότι είστε; Κι αν δε θέλετε τι πραγματικά κάνετε για να το αλλάξετε;

https://gemoleni.wordpress.com/

Δευτέρα 12 Νοεμβρίου 2018

Μια άθλια μέρα



    Η μέρα μου ξεκίνησε με δυσκολία. Ακόμη και ο ήχος του ξυπνητηριού προμήνυε δυσοίωνες  καταστάσεις. Σηκώθηκα με κόπο και  κατευθύνθηκα στην κουζίνα για την προετοιμασία του πρωινού. Δεν είχα προλάβει καλά καλά να βάλω την καφετιέρα σε λειτουργία όταν άρχισε να χτυπά το τηλέφωνο. Το αγνόησα. Άνοιξα το ψυγείο ψάχνοντας το γάλα. Το αναθεματισμένο κουδούνισμα εξακολουθούσε να μου τρυπά τα αυτιά. Έκλεισα με δύναμη τη πόρτα του ψυγείου και κατευθύνθηκα προς την συσκευή. Δεν έκανα παρά μόνο δύο βήματα, αρπάζοντας με μανία τη φορητή συσκευή, όταν το πόδι μου σκάλωσε στο πατάκι και βρέθηκα φαρδιά πλατιά να κοιτώ τα πλακάκια. Ο πόνος αφόρητος. Το τηλέφωνο πεσμένο δίπλα μου. Με κόπο πάτησα το κουμπί αποδοχής και ψιθύρισα «Ναι».
   Ο κόσμος μου μόλις γκρεμίστηκε. Από την άλλη άκρη της γραμμής ερχόταν ένα συνονθύλευμα από πληροφορίες, μέσα από τις οποίες ξεχώριζα τις λέξεις καταστροφή, άρνηση, συμβόλαιο και πελάτης. Χωρίς να χάσω καιρό σηκώθηκα όπως όπως, ετοιμάστηκα αγνοώντας το πόδι μου που άρχισε να πρήζεται και κατέβηκα στο πάρκινγκ. Δυστυχώς το αυτοκίνητο μου δεν ήταν εκεί. Το είχα στείλει χθες για επισκευή. Βγήκα στο δρόμο προς αναζήτηση ταξί. Μετά από αρκετή ώρα βρήκα ένα. Μπήκα βιαστικά μέσα και έδωσα στον οδηγό τη διεύθυνση της εταιρίας μου. Εκείνος όπως φαίνεται είχε ξυπνήσει με μεγαλύτερα κέφια. Άρχισε να με βομβαρδίζει με πληροφορίες για την χθεσινοβραδινή επιτυχία της ομάδας του. Το πόδι μου δε φαινόταν και πολύ καλά. Είχε ήδη πάρει ένα χρώμα κοκκινωπό και με πονούσε αρκετά. «Υπομονή» έλεγα από μέσα μου.
     Φτάνοντας στην εταιρία πετάχτηκα από το ταξί σαν να με είχε χτυπήσει ρεύμα, πετώντας σχεδόν τα χρήματα χωρίς να τα μετρήσω και αφήνοντας στην μέση την πρόταση του πρόσχαρου οδηγού για την άδικη διαιτησία του ματς. Σύρθηκα με κόπο στο γραφείο μου. Η γραμματέας μου με μάτια κόκκινα από τα δάκρυα, βλέποντας με αναθάρρησε. Μάλλον έδειχνα σε χειρότερη κατάσταση από ότι εκείνη. Με πληροφόρησε με ύφος περίλυπου συγγενή για την καταστροφή που υπέστη το τμήμα μας και μου έδωσε ένα φάκελο που είχε το όνομα μου απ’ έξω. Μόλις τον είδα, πάγωσα. Τα ξέρω αυτά τα γράμματα. Δε προμήνυαν τίποτε καλό. Ήταν από το μεγάλο αφεντικό. Δεν φημίζεται για την αλληλογραφία του με τους υπαλλήλους. Μόνο σε μια περίπτωση παραλαμβάνει κανείς γραπτή απόδειξη της παρουσίας του. Η σκέψη και μόνο έκανε τις τρίχες μου να σηκώνονται. Πήρα το φάκελο με τρεμάμενα χέρια ευχαριστώντας παράλληλα τη γραμματέα μου, η οποία αποχώρησε διακριτικά. Μου πήρα πάνω από πέντε λεπτά να τον ανοίξω. Τα χέρια μου έτρεμαν σαν καράβι σε φουρτούνα. Ξεδίπλωσα το χαρτί και άρχισα να διαβάζω. Ένιωσα να ζαλίζομαι και πιάστηκα από το γραφείο μου. Έκατσα μηχανικά στην πολυθρόνα και έκλεισα τα μάτια μου.
    Δεν μπορεί να μου συνέβη αυτό. Δεν είναι δυνατόν .Τόσα χρόνια θυσίας και με πετούσαν έτσι από την εταιρία, με ένα μόνο σημείωμα. Τόσα ξενύχτια, τόσες χαμένες πρωτοχρονιές, τόσες μάχες στο διαφημιστικό στίβο για ένα τίποτα. Με ευχαριστούσαν σαφώς για την προσφορά μου και την δέσμευση μου αλλά… Ήρθε ο καιρός να δώσουμε τόπο στην δημιουργικότητα των νέων μελών της κοινωνίας μας, έλεγε. Και δεν είχαν καν την ευγένεια να μου το ανακοινώσουν κοιτώντας με στα μάτια. Το κεφάλι μου άρχισε να γυρνάει. Το πόδι μου με έκαιγε. Κι εγώ το μόνο που ήθελα ήταν να κλείσω τα μάτια και να αποκοπώ από την πραγματικότητα. Ένα γιατί χαραγμένο στο μυαλό μου επισκίαζε οποιαδήποτε άλλη σκέψη. Ένα γιατί και μια μαχαιριά στα φτερά της ματαιοδοξίας μου.
  Έδωσα μόνο ένα δευτερόλεπτο στον εαυτό μου. Με την άκρη του ματιού μου χάιδεψα την επιφάνεια του γυαλισμένου γραφείου, τη γραφική ύλη, την καρέκλα απέναντι και την κούτα στην γωνία της πόρτας. Την κούτα; Ποια κούτα; Με δυσκολία σηκώθηκα από την καρέκλα και πλησίασα το χάρτινο κουτί. Άνοιξα με το δάχτυλο την μία πλευρά και κρυφοκοίταξα. Μέσα βρισκόντουσαν όλα τα λιγοστά προσωπικά μου αντικείμενα. Μέχρι εκείνη την στιγμή δεν είχα παρατηρήσει ότι δεν βρίσκονταν στη θέση τους. Έκανα μεταβολή με πρόθεση να κάτσω ξανά στο γραφείο. Το μου ήταν πια περιττό. Έκανα απότομα μεταβολή, πέρασα πάνω από την χάρτινη κούτα, ίσιωσα την πλάτη και προχώρησα μηχανικά προς τον ανελκυστήρα. Κενό. Κενό. Κενό. Ωστόσο μια δύναμη με έσπρωχνε να κάνω όλες τις σωστές κινήσεις. Δε θυμάμαι και πολλά έπειτα. Πάτησα το κουμπί του ισογείου, έφτασα στην είσοδο. Με κάποιο τρόπο βρέθηκα στο δρόμο, μάλλον κουτσαίνοντας. Και μετά εγώ πάλι στο σπίτι.
     Και τώρα τι; Ποτέ δεν είχα βρεθεί τέτοια ώρα καθημερινή στο σπίτι μου. Ποτέ δεν είχα τόσο ελεύθερο χρόνο. Αλλά έχει μια ηρεμία. Ναι, η ηρεμία είναι καλή. Η σιωπή καλύπτει όλο το δωμάτιο και μια οικειότητα καλύπτει το αίσθημα ανημποριάς που ένιωθα μέχρι τώρα. Άλλωστε τι χειρότερο μπορεί να συμβεί;
  Χτυπάει το κουδούνι. Είχα ξεχάσει σχεδόν τον ήχο του. Τα τελευταία χρόνια χτυπούσε άλλωστε τόσο σπάνια, καθώς τις περισσότερες ώρες βρισκόμουν στο γραφείο, σε κάποια συνάντηση, σε κάποιο επαγγελματικό δείπνο. Έσυρα τα πόδια μου μέχρι την πόρτα. Άνοιξα τρομαγμένη για να αντικρύσω τη μητέρα μου σε αλλόφρονα κατάσταση.  Δε θυμάμαι να την είχα δει ποτέ τόσο απεριποίητη. Είναι υπέρμαχος της πεποίθησης ότι μια γυναίκα πρέπει πάντα να είναι ευπαρουσίαστη ακόμη κι αν δίπλα της καταρρέει ο κόσμος. Πάντα μου θύμιζε εκείνη την ηρωίδα της Μίτσελ, πως την έλεγαν; Α ναι, Σκάρλετ Ο’ Χάρα. Ότι κι αν συνέβαινε, εκείνη πάντα κομψή και ατάραχη. Έτσι είχα τη μητέρα μου πάντα στο μυαλό μου. Και τώρα στέκονταν μπροστά μου σε μαύρο χάλι. Με λερωμένα ρούχα και ένα γοερό κλάμα που δεν έλεγε να σταματήσει. Δίπλα της στεκόταν μια παραφουσκωμένη βαλίτσα. Ανάμεσα σε αναφιλητά και σκούπισμα της μύτης, με μεταξωτό πάντα μαντήλι- αυτό το κράτησε- μου πέταξε ένα γεια σου πουλάκι μου και κάτι για ένα ταξί που περίμενε να το πληρώσω. Έκανα στην άκρη και την άφησα να περάσει. Φαινόταν σε χειρότερη κατάσταση από μένα. Πειράζει που αυτό με έκανε να νιώσω λίγο καλύτερα; Κατόπιν έπιασα το πορτοφόλι μου και κατέβηκα να πληρώσω τον ηρωικό αυτό οδηγό που άντεξε τη μητέρα να φέρει τη μητέρα μου ως εδώ.
   Όταν γύρισα στο διαμέρισμα μου κουτσαίνοντας και φορτωμένη με άλλες δύο βαριές βαλίτσες τη βρήκα ξαπλωμένη στο καναπέ. Σταμάτησε για λίγο τον οδυρμό για να μου ζητήσει τσάι με μια κουταλιά στέβια και μια φέτα λεμόνι με ύφος πολλών καρδιναλίων. Δε το ‘κοψε όπως φαίνεται το κουσούρι να διατάζει τους πάντες λες και είναι η βασίλισσα τα Αγγλίας. Πήγα στη κουζίνα να φτιάξω το τσάι καταπίνοντας μια βρισιά για τη γυναίκα που με έφερε στο κόσμο. Της το σέρβιρα προσέχοντας να μην στάξει ούτε μια σταγόνα. Η γκρίνια της για την ακαταστασία μου είναι το τελευταίο που ήθελα να αντιμετωπίσω εκείνη τη στιγμή. Ήπιε μια γουλιά και μου ανακοίνωσε με επισημότητα ότι θα εγκατασταθεί σπίτι μου για λίγο καιρό. «Λίγο μη φανταστείς χρυσό μου, ίσα ίσα μέχρι να βρω ένα διαμέρισμα της αρεσκείας μου και του κοινωνικού μου status να μείνω.» Δεν έκανα καμιά ερώτηση παρόλο που το μυαλό μου βομβαρδιζόταν από ερωτήσεις. Εδέησε ωστόσο να μου δώσει η γλυκιά μου μανούλα περισσότερες διευκρινίσεις για την κατάσταση της, προφανώς λόγω του βλέμματος της αγελάδας που είχα υιοθετήσει μόλις σήμερα.  Ο πατέρας μου, λέει, την απατούσε με την κατά πολύ νεότερη της γραμματέα, την οποία η ίδια είχε σαν κόρη της «το φίδι το κολοβό» αν είναι δυνατόν. Και ότι είχε ντοκουμέντα, θα τον έσερνε στα δικαστήρια τον ξεμωραμένο – στάζει έσταζε το στόμα της- και θα του τα έπαιρνε όλα, γιατί τι ήταν μέχρι να τη γνωρίσει; Ένας υπαλληλάκος με μέτρια προσόντα. Εκείνη τον ανέδειξε και… Κάπου εκεί σταμάτησα να ακούω. Σηκώθηκα όσο πιο αθόρυβα μπορούσα, φόρεσα το παλτό μου και έκλεισα αθόρυβα την πόρτα πίσω μου. Κατευθύνθηκα με κόπο μέχρι το γειτονικό πάρκο. Αγόρασα από έναν πλανόδιο πωλητή λίγο πασατέμπο. Έκατσα στο πρώτο ελεύθερο παγκάκι , μακριά από όλους και άρχισα να τρώω αργά το πασατέμπο μου κοιτώντας το άπειρο. Πόσο πιο άσχημα μπορούσε να πάει η μέρα μου σκέφτηκα; Ένα περιστέρι πέρασε μπροστά μου και με κουτσούλησε λερώνοντας το πανάκριβο επώνυμο παλτό μου. Το κοίταξα με την άκρη του ματιού μου και χαμογέλασα. Κατόπιν, συνέχισα να μασουλάω τα σποράκια μου.

Πετροπούλου Ελένη

Εικόνα:
https://www.google.de/search?biw=1920&bih=969&tbm=isch&sa=1&ei=c6LpW-WIMYm8swH8nrOwDA&q=%CF%84%CF%8D%CF%87%CE%B7&oq=%CF%84%CF%8D%CF%87%CE%B7&gs_l=img.3..0l4j0i5i30k1l3j0i24k1l3.61620.64277.0.64652.13.8.0.0.0.0.266.1011.0j2j3.5.0....0...1c.1.64.img..8.5.1003.0..0i67k1j35i39k1.0.RJ5-9GCyMqM#imgrc=FCFIXwgjqCj9dM:

Φλέρτ στον Παράδεισο


   Πρώτη φορά έμπαινε σε αυτή τη διαδικασία. Δε θα το αποφάσιζε ποτέ. Παρ' όλες τις προτροπές της κολλητής της εδώ και χρόνια. Αλλά η γκρίνια της μάνας της για το ράφι που τη περίμενε ήταν το πιο πειστικό όπλο. Κλασική ελληνίδα μάνα Πήρε βαθιά ανάσα και πάτησε τα κατάλληλα κουμπιά. Έφτιαξε ένα προφίλ, με τις οδηγίες του συστήματος. Πάλι καλά που υπήρχαν για κάποιους άσχετους με τους υπολογιστές όπως εκείνη. Άρχισε να περιεργάζεται τη λίστα. Κάθε καρυδιάς καρύδι βρισκόταν εδώ.
     Αυτός πολύ γέρος, ο άλλος πολύ βαρετός, ο τρίτος αρκετά ποδοσφαιρόφιλος για τα γούστα της. Μα δεν υπήρχε πουθενά πια η ρομαντική ψυχή που αναζητούσε; Τι κρίμα. Άρχισε να απογοητεύεται. Γκλιν γκλιν. Οπ! Είχε μήνυμα. Το άνοιξε βιαστικά. Κάποιος την προσέγγισε.  Επιχειρηματίας στην επαρχία.  Δεν είχε φωτογραφία αλλά λίγο την απασχολούσε. Άλλωστε ούτε η ίδια είχε, μην τυχόν και πέσει σε κανένα γνωστό και καταλήξει αντί για νύφη, η περίγελος Αθηνών και περιχώρων. Όχι ότι η ίδια είχε μεγάλο κύκλο γνωριμιών. Είχε όμως η μάνα της και οι φίλες της. Τύφλα να ‘χει το πρακτορείο Ρόιτερ. Δίπλα στο πρακτορείο Κικίτσα και ΣΙΑ δεν έπιανε μία.
   Πίσω στον γεροδεμένο μελαχρινό με τις μεγάλες πλάτες και το σαγηνευτικό χαμόγελο. Έτσι τον φανταζόταν. Κάτι μεταξύ διασταύρωσης Ορλάντο Μπλουμ και Μπραντ Πιτ. Ξεκίνησαν την κουβέντα με τα βασικά. Του άρεσε το διάβασμα, το καλό φαγητό και ιδανική βραδιά θεωρούσε την κουβέντα δίπλα στο αναμμένο τζάκι με ένα ποτήρι κρασί. Αχ, ναι. Κατέληξε πως ήταν μια ενδιαφέρουσα γνωριμία.
   Συνέχιζαν να μιλούν καθημερινά για περίπου δυο εβδομάδες, στις οποίες εκείνη έπλαθε με τη φαντασία της ρομαντικούς περιπάτους σε χιονισμένα τοπία, βαρκάδες στη λίμνη που της είχε πει πως βρισκόταν κοντά στο σπίτι του. Τελικά εκείνος πήρε το θάρρος και την κάλεσε να τη φιλοξενήσει στο ράντσο του το Σαββατοκύριακο. Αχ τι ρομαντικά. Ραντεβού δίπλα στη φύση με έναν πρίγκιπα. Δεν άργησε καθόλου να δεχτεί.
   Από την Πέμπτη είχε έτοιμη τη βαλίτσα της. Δε κοιμήθηκε από την προσμονή. Σε όλους είχε πει πως το σαββατοκύριακο θα έλειπε σε ένα σεμινάριο εκτός πόλης, μην τυχόν και υποψιαστεί κανείς τίποτα. Αν και η μητέρα της κάτι πρέπει να ‘χε καταλάβει γιατί όλο και κάτι σπόντες της πετούσε. Έπεφταν στο κενό. Εκείνη είχε μυαλό μόνο για την επικείμενη πρώτη συνάντηση της με τον άντρα των ονείρων της.
   Την ημέρα του ταξιδιού τα φόρτωσε όλα στο σαραβαλάκι της και ξεκίνησε για το όνειρο. Τρεις ώρες οδηγούσε και ονειρευόταν μια ζωή παραδεισένια. Μόλις πλησίαζε στην μικρή πόλη απόρησε. Ράντζο παράδεισος πουθενά. Ρώτησε από δω. Ρώτησε από κει. Τίποτα. Δεν απογοητεύτηκε. Τελικά την κατατόπισε ένας κάτοικος. Ήταν λίγο πιο έξω από την πόλη. Εμ βέβαια, τόση μεγάλη έκταση που να χωρέσει στα στενά όρια μιας πόλης. Συνέχισε για άλλα εξήντα χιλιόμετρα. Ερημιά. Αλλά η άγρια φύση γύρω της έδινε τροφή στις ελπίδες της. Συνάντησε μια ταμπέλα που τη πληροφορούσε ότι το ράντσο Παράδεισος ήταν πίσω από την επόμενη στροφή. Σταμάτησε το αυτοκίνητο για μια στιγμή. Πήρα μια βαθιά ανάσα για να ηρεμήσει τη καρδιά της που χτυπούσε σαν τρελή. Αυτό ήταν. Στην επόμενη στροφή θα συναντούσε το όνειρο.
   Ξεκίνησε πάλι. Έστριψε. Προχώρησε λίγο. Είχε φτάσει πια. Πάρκαρε. Βγήκε σαν υπνωτισμένη. Πλατς. Λάσπες στις καινούργιες ακριβές μπότες της. Μα τι ανόητη να μη σκεφτεί να φορέσει κάτι πιο άνετο. Ήθελε να εντυπωσιάσει. Δε βαριέσαι. Χαλάλι η μπότες στο βωμό της αγάπης. Προχώρησε στητά. Τι μπόχα ήταν αυτή; Από που ερχόταν; Κοιτά δεξιά μια καφέ λιμνούλα με μερικά παχουλά ροζ τετράποδα. Κυλιούνταν γεμάτα ευδαιμονία. Μάλλον δε θα έτρωγε ποτέ ξανά χοιρινό. Αριστερά ένας γάιδαρος γκάριζε εκκωφαντικά και την καλωσόριζε στο… ράντσο;
    Παντού βρίσκονταν ζώα και μερικά καλύβια, μάλλον γεμάτα με γεωργικά εργαλεία και το φαγητό των ζώων. Στο βάθος μπορούσε  να διακρίνει ένα μικρό αγροτικό σπιτάκι. Δεν ήταν ακριβώς αυτό που είχε πλάσει με τη φαντασία της αλλά δεν πειράζει. Άλλωστε ήταν παιδί της πόλης. Ας μην έβγαζε βιαστικά συμπεράσματα. Θα ρωτούσε τον ιδιοκτήτη αυτού του ράντσου, ε της φάρμας καλύτερα για να τη διαφωτίσει.
 Κάπου άκουσε το όνομα της. Γύρισε. Ένας κοντούλης παχουλός με καράφλα και μια δυσοίωνη μυρωδιά ερχόταν προς το μέρος της. Δεν φαινόταν κάτω από σαράντα πέντε. Πως είχε την εντύπωση πως ήταν νεότερος. Να δεις που θα ήταν ο πατέρας του καλού της; Κι εκείνος που βρισκόταν; Δε μπορεί να έλειπε, αφού την περίμενε. Ο άγνωστος την πλησίασε και χαμογελώντας την καλωσόρισε στο ράντσο του παραδείσου. Κάτι της έλεγε ότι την περίμενε με ανυπομονησία και ότι ήταν όπως την είχε φανταστεί ·όμορφη και ζουμερή, αλλά εκείνη δεν άκουγε. Είχε σταματήσει ο χρόνος μέσα στο μυαλό της. Πρόλαβε και μέτρησε πέντε δόντια. Ή τώρα ή ποτέ.
 Έκανε μεταβολή, έτρεξε στο αυτοκίνητο αφήνοντας άφωνο τον οικοδεσπότη. Μπήκε και έκλεισε τις ασφάλειες. Πάτησε με όλη της τη δύναμη γκάζι και έφυγε όσο πιο μακριά μπορούσε. Θα γύριζε σπίτι, θα έσβηνε μια για πάντα το προφίλ που δημιούργησε, θα κατσάδιαζε την καλύτερη φίλη της για τις ιδέες της, θα έδινε στη μάνα της τα μέτρα για να παραγγείλει το ράφι και θα συνέχιζε τη ζωή της μόνη της. Τελικά από το παράδεισο προτιμούσε τη κόλαση.

Πετροπούλου Ελένη


Εικόνα
https://www.google.de/search?biw=1920&bih=969&tbm=isch&sa=1&ei=kXXpW9DUF4uKmgXwrov4DQ&q=paradise+faimous+paint&oq=paradise+faimous+paint&gs_l=img.3...43613.45131.0.45347.8.8.0.0.0.0.145.852.2j6.8.0....0...1c.1.64.img..0.2.255...0i7i30k1j0i7i5i30k1j0i8i7i30k1.0.gUXOg7zo5h0#imgdii=SA3pUHskq0NwOM:&imgrc=AqfpqipKATjBfM:

Σάββατο 24 Μαρτίου 2018

Τα παραδοσιακά μέσα μεταδίδουν μηνύματα. Τα ιστολόγια προκαλούν συζητήσεις


"Τα παραδοσιακά μέσα μεταδίδουν μηνύματα, Τα ιστολόγια προκαλούν συζητήσεις"

                                                                                                                  Loic Lemeur

   Ο άνθρωπος είναι από τη φύση του κοινωνικό ον. Αυτό σημαίνει ότι η συναναστροφή και το ενδιαφέρον για το τι συμβαίνει στο περιβάλλον του αποτελεί βασικό χαρακτηριστικό της ζωής του. Μέχρι πρόσφατα η επικοινωνία ήταν δυσδιάστατη και περιοριζόταν στην απλή ενημέρωση του κοινού. Με την άνθηση της τεχνολογίας όμως, το άτομο έχει την δυνατότητα να υπερβεί τα στενά όρια της ενημέρωσης και να γίνει αρωγός και συνδιαμορφωτής στην επικοινωνιακή διαδικασία.
    Έχει με λίγα λόγια την δυνατότητα να μεταφέρει την πληροφορία ταχύτατα και σε παγκόσμια κλίμακα δημιουργώντας του έτσι την αίσθηση του ανήκειν σε ένα παγκόσμιο διαδικτυακό χωριό (παντοπικοποίηση)
    Ακόμη, μπορεί να επεμβαίνει στην εκάστοτε είδηση εκφράζοντας τη γνώμη του και να επηρεάζει τη δημόσια σφαίρα. Παράλληλα μπορεί να δημιουργεί ο ίδιος τις ειδήσεις. Κατά αυτό το τρόπο έχει μεταστραφεί ο ρόλος του ατόμου από απλός καταναλωτής (consumer) σε παρα-ναλωτή (prosumer), δηλαδή σε άτομο που παράγει, καταναλώνει και συνδιαμορφώνει την είδηση.  
   Με τη δημιουργία του ιστολογίου, ο χρήστης του διαδικτύου έχει κάνει ένα ακόμα βήμα, καθώς το περιεχόμενο που παράγεται αποτελεί έναυσμα για τη δημιουργία συζητήσεων και ομάδων. Μέσα από την ανάρτηση ενός ιστολογίου επιτρέπεται η ανταλλαγή απόψεων επί παντός επιστητού, ο blogger προσφέρει το θέμα και το ιστολόγιο προσφέρει το πρόσφορο έδαφος για την εκδήλωση του ενδιαφέροντος, την κατάθεση απόψεων, την σύμπραξη ή αντίθεση στο εκάστοτε θέμα. Ένα ιστολόγιο αφορά όχι μόνο το άτομο που το δημιουργεί αλλά την παγκόσμια κοινότητα. Η θέση του ενός μπορεί να είναι θέση πολλών. Ένα πρόβλημα που παρουσιάζεται απαιτεί αναλύσεις και λύσεις. Ένα κοινό ενδιαφέρον μπορεί να φέρει κοντά ή να διχάσει την δημόσια σφαίρα. Ένα ιστολόγιο μπορεί να αλλάξει ακόμη και πολιτικές ή κοινωνικές καταστάσεις σε μια χώρα. 
  Πάνω από όλα όμως, ένα ιστολόγιο αποτελεί (και έτσι θα έπρεπε να είναι παντού) την δυνατότητα για δημιουργία διαλόγου.




Ένα χαμόγελο για τη Χαρά

Το αποτέλεσμα ισούται με αγάπη